μεταφυτεύω


μεταφυτεύω
[мэтафитэво] р. пересаживать растения,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μεταφυτεύω" в других словарях:

  • μεταφυτεύω — μεταφυτεύω, μεταφύτεψα και μεταφύτευσα βλ. πίν. 17 , βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μεταφυτεύω — και ματαφυτεύω (ΑΜ μεταφυτεύω, Μ και ματαφυτεύω) (γενικά) αποσπώ ένα φυτό από τη θέση του και το φυτεύω σε άλλη θέση νεοελλ. 1. (ειδικά) φυτεύω φυτάριο από το φυτώριο στον αγρό 2. μτφ. μεταφέρω και μεταδίδω ιδέες, έθιμα ή μεθόδους από έναν τόπο… …   Dictionary of Greek

  • μεταφυτεύω — μεταφύτευσα, μεταφυτεύτηκα, μεταφυτευμένος 1. ξεριζώνω φυτό και το φυτεύω σε άλλη θέση: Μεταφυτεύσαμε τα λουλούδια από τις γλάστρες στον κήπο. 2. μτφ., μεταφέρω και διαδίδω ιδέες, έθιμα κτλ. σε άλλο μέρος ή σε άλλον άνθρωπο: Οι φιλόσοφοι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεταφυτεύῃ — μεταφυτεύω transplant pres subj mp 2nd sg μεταφυτεύω transplant pres ind mp 2nd sg μεταφυτεύω transplant pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταφυτευθέντα — μεταφυτεύω transplant aor part pass neut nom/voc/acc pl μεταφυτεύω transplant aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταφυτευομένων — μεταφυτεύω transplant pres part mp fem gen pl μεταφυτεύω transplant pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταφυτευόμενον — μεταφυτεύω transplant pres part mp masc acc sg μεταφυτεύω transplant pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταφυτεύει — μεταφυτεύω transplant pres ind mp 2nd sg μεταφυτεύω transplant pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταφυτεύομεν — μεταφυτεύω transplant pres ind act 1st pl μεταφυτεύω transplant imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταφυτεύουσι — μεταφυτεύω transplant pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) μεταφυτεύω transplant pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)